Σύμφωνα με τον ΕΚ 510/2006 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περί της προστασίας Γεωγραφικών Ενδείξεων και Ονομασίας προέλευσης των γεωργικών προϊόντων, στόχος του Κανονισμού, (παράγραφος 2), είναι «η ενθάρρυνση της διαφοροποίησης της γεωργικής παραγωγής, προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στις αγορές. Η προώθηση προϊόντων που παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για την αγροτική οικονομία, ιδίως στις μειονεκτικές ή στις απομακρυσμένες περιοχές ...»
Για να μπορέσει ένα προϊόν να ενταχθεί ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ, σύμφωνα με το άρθρο 2, «θα πρέπει να κατάγεται από τη συγκεκριμένη περιοχή και η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά να οφείλονται ουσιαστικά ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει εγγενείς φυσικούς ή ανθρώπινους παράγοντες». Ταυτόχρονα, στο άρθρο 3 επισημαίνεται πως «Ένα όνομα δεν μπορεί να καταχωρίζεται ως ονομασίας προέλευσης ή ως γεωγραφική ένδειξη, όταν συγχέεται με το όνομα φυτικής ποικιλίας ή ζωικής φυλής και ενδέχεται, ως εκ τούτου, να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος». Επομένως δεν μπορεί να υπάρχει ΠΟΠ ή ΠΓΕ με το όνομα μιας ποικιλίας, όπως πχ ΠΟΠ Κορωνέικη ή ΠΓΕ Αμφίσσης παρά μόνο ως προς την σχέση ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και περιοχής καλλιέργειας.
Με βάση τα ανωτέρω, το ελαιόλαδο που προέρχεται από το Σύστημα Πυκνής Καλλιέργειας της Ελιάς, μπορεί να ενταχθεί ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ, επειδή:
α) Η ποικιλία Κορωνέικη (Ι-38) που χρησιμοποιείται στο σύστημα, είναι καθαρά Ελληνική Ποικιλία, δεν αποτελεί προϊόν γενετικής μηχανικής και είναι επιλεγμένη ως προς το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης. Επομένως δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Κανονισμού, το οποίο εστιάζει στην προέλευση του προϊόντος (λάδι) και όχι της ποικιλίας. Δυστυχώς για την Ελληνική επιστημονική κοινότητα, η επιλογή της δικής μας ποικιλίας, ως προς το χαρακτηριστικό που περιγράψαμε, έγινε από την Ισπανική εταιρεία Agromillora και τον οίκο Olint, σε συνεργασία με το ινστιτούτο IRTA και όχι από κάποιο Ελληνικό Ινστιτούτο ή κάποιο τμήμα Δενδροκομίας Ελληνικού Πανεπιστημίου.
β) Το σύστημα καλλιέργειας είναι αυτό που ουσιαστικά αλλάζει, συγκριτικά με το κλασικό σύστημα. Η ποικιλία Κορωνέικη είναι ακριβώς η ίδια, επιλεγμένη ως προς το χαρακτηριστικό «της μειωμένης ευρωστίας» και όχι του νανισμού, όπως τη χαρακτηρίζουν εσφαλμένα κάποιοι, πράγμα που την καθιστά συμβατή με το σύστημα πυκνής καλλιέργειας. Επομένως μιλάμε για επίδραση «ανθρώπινου παράγοντα» ως προς το σύστημα καλλιέργειας και παράλληλα αλλά δευτερευόντως ως προς μία ιδιότητα της ίδιας Ελληνικής ποικιλίας, πράγμα απολύτως συμβατό με το άρθρο 2 και 3 του κανονισμού.
γ) Το ελαιόλαδο της Κορωνέικης (Ι-38), στο σύστημα της πυκνής καλλιέργειας, είναι όμοιο ή οργανοληπτικά ανώτερο από το ελαιόλαδο της παραδοσιακής καλλιέργειας της ίδιας ποικιλίας, επειδή:
1) Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο ελαιόκαρπος συγκομίζεται στο βιομηχανικό στάδιο ωρίμανσης και όχι όταν υπάρχουν διαθέσιμα εργατικά χέρια. Η μηχανή συγκομιδής, με τον ρυθμό των 5 στρεμμάτων / ώρα συλλέγει τον καρπό όταν η ισορροπία ποσότητας λαδιού και πτητικών χαρακτηριστικών είναι η ενδεδειγμένη. Βιομηχανική ωρίμανση στην ελιά ορίζεται ως «το στάδιο που συμπίπτει με την αλλαγή χρώματος του καρπού από πρασινοκίτρινο σε μελανοϊώδες» (Απόστολος Κυριτσάκης 2007). Επειδή όμως ακόμα και στο ίδιο δέντρο παρουσιάζεται ανομοιομορφία στην ωρίμανση, ο ίδιος συγγραφές συμπληρώνει πως ουσιαστικά το στάδιο αυτό ταυτίζεται με την περίοδο που οι περισσότεροι καρποί των ελαιόδεντρων βρίσκονται στην φάση της αλλαγής χρώματος που περιγράψαμε. Επομένως υπάρχει η δυνατότητα να πετύχουμε αυτό το στάδιο συγκομιδής, σε ένα παραδοσιακό σύστημα ελαιοκαλλιέργειας μεγάλης έκτασης, όταν μπορεί για τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις να ξεκινά η συγκομιδή από τον Νοέμβριο και να τελειώνει ακόμα και στα τέλη Ιανουαρίου;
2) Με το σύγχρονο σύστημα δεν υπάρχουν σακιά τα οποία ακόμα και στην υφασμάτινη εκδοχή τους, βοηθούν στην ανάπτυξη μυκήτων που προκαλούν υδρόλυση των γλυκεριδίων και αύξηση της οξύτητας (Psyllakis και συνεργάτες του, 1980, Κυριτσάκης, 1993). Η μηχανή συγκομιδής τοποθετεί τον καρπό σε ειδικά δοχεία, καλά αεριζόμενα, που βρίσκονται προσαρμοσμένα στο πλαίσιό της. Στη συνέχεια, τα δοχεία αυτά ανατρέπουν το περιεχόμενό τους σε σιλό και ο καρπός οδηγείται άμεσα στο ελαιοτριβείο.
3) Επιτυγχάνεται η αυθημερόν ελαιοποίηση του καρπού, που αποτελεί σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα μια και «το πιο αποτελεσματικό μέτρο προστασίας της ποιότητας του Ελαιολάδου είναι ο περιορισμός στο ελάχιστο δυνατό του χρόνου που μεσολαβεί από τη συγκομιδή μέχρι την επεξεργασία του ελαιοκάρπου» (Απόστολος Κυριτσάκης 2007). Ο κύκλος συγκομιδής - μεταφοράς του καρπού από το δέντρο έως το ελαιοτριβείο δεν ξεπερνά τις 2 ώρες. Όταν η μηχανή γεμίσει, ανατρέπει στο ρυμουλκούμενο όχημα το οποίο οδηγείται άμεσα στο ελαιοτριβείο, ενώ η συγκομιδή συνεχίζεται.
Επομένως, το νέο σύστημα πυκνής καλλιέργειας της ελιάς, με την ποικιλία Κορωνέικη Ι-38, είναι απολύτως συμβατό με τα ΠΟΠ - ΠΓΕ, επειδή προσφέρει προϊόν καθαρό χωρίς τα προβλήματα αυξημένης οξύτητας εξαιτίας της κακής μεθόδου συγκομιδής, αποθήκευσης και μεταφοράς. Έτσι δίνει τη δυνατότητα στην Ελληνική αυτή ποικιλία να αναδείξει ακόμα περισσότερο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της (που σχετίζονται με τους υδρογονάνθρακες, αλδεΰδες, κετόνες, εστέρες κλπ πέραν της κλασικής οξύτητας), χαρακτηριστικά που είναι δυναμικά συνδεδεμένα με την περιοχή που γίνεται η καλλιέργεια (άρθρο 2 και άρθρο 4 του Κανονισμού).
Παρότι στο σύστημα ΠΟΠ - ΠΓΕ είναι ήδη ενταγμένα ελαιόλαδα προερχόμενα από την κλασική καλλιέργεια της Κορωνέικης, υπάρχουν πολλές δυσκολίες στη διατήρηση της ιδιαιτερότητας των ποιοτικών χαρακτηριστικών, επειδή:
1) Δεν έχουμε ομοιομορφία στην ποιότητα και παρατηρείται διαφοροποίηση ως προς χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την περίοδο συγκομιδής. Έτσι παρατηρούμε πως αυτή πραγματοποιείται όταν υπάρχει η δυνατότητα εξεύρεσης εργατικών χεριών (υψηλού κόστους), χωρίς να είναι εφικτό να πραγματοποιείται πλήρως στο τεχνολογικό στάδιο ωρίμανσης.
2) Η ταχύτητα είναι απελπιστικά αργή και κοπιαστική. Η ποιότητα του ελαιολάδου στην έναρξη της περιόδου συγκομιδής διαφοροποιείται σημαντικά προς το τέλος, για τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις.
3) τα ελαιοτριβεία που συμμετέχουν είναι πάμπολλα και πολλές φορές με διαφορετικές μεθόδους επεξεργασίας. Αντίθετα, με το νέο σύστημα, η βιομηχανική πρακτική αλλά και μεθοδολογία ελαιοποίησης θα πρέπει να προσαρμοστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι ικανή να απορροφήσει τις τεράστιες ποσότητες ελαιοκάρπου που παράγει η Κορωνέικη με το νέο σύστημα (έως και 1.500 κιλά καρπού / στρέμμα σε δέντρα 7 - 8 ετών).
Επομένως η αλλαγή στο σύγχρονο σύστημα καλλιέργειας θα ωθήσει και τον δευτερογενή τομέα σε σημαντικές αναβαθμίσεις, προς άφελος της ποιότητας.
Με το σύστημα Εντατικής Καλλιέργειας της Ελιάς, των 160 δέντρων ανά στρέμμα και με τα σύγχρονα συστήματα άρδευσης και λίπανσης, κάνοντας χρήση της Ελληνικής ποικιλίας Κορωνέικη, στην επιλογή της με ονομασία Ι-38, ανοίγει ο δρόμος για σοβαρή ποιοτική αναβάθμιση του ήδη καλού και ποιοτικού Ελληνικού Ελαιολάδου. Έτσι η ένταξη του προϊόντος στην διαδικασία αναγνώρισης ΠΟΠ ή ΠΓΕ γίνεται ευκολότερη, μέσω της περαιτέρω σταθεροποίησης των ήδη ποιοτικών παραμέτρων, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, ακόμα και για τις μειονεκτικές περιοχές, όπως χαρακτηριστικά επιδιώκει στην παράγραφο 2 ο Κανονισμός.
Ταυτόχρονα η χώρα μας θεωρείται από τις τυχερές, γιατί η δική μας Κορωνέικη, χαρακτηρισμένη από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου ως «ποικιλία παγκοσμίου κληρονομιάς», στην επιλεγμένη της μορφή Ι-38 (μειωμένη ευρωστία και όχι νανισμός), είναι συμβατή με το νέο εντατικό σύστημα ελαιοκαλλιέργειας, πράγμα που μας διαφοροποιεί με σπουδαίο τρόπο από τις ποικιλίες (Arbequina - Arbosana) που καλλιεργούνται με το ίδιο εντατικό - πυκνό σύστημα σε μεγάλες εκτάσεις στην Ισπανία, Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Καλιφόρνια των ΗΠΑ και αλλού.